Τετάρτη , 21 Νοέμβριος 2018
Αρχική / 21ος ΑΙΩΝΑΣ / Μαρξισμός και ψυχολογία

Μαρξισμός και ψυχολογία

Της Susan Rosenthal-

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιέγραφαν το κεφάλαιο σαν μια σχέση και τον καπιταλισμό σαν ένα σύστημα σχέσεων. Εννοούσαν άραγε ότι κάθε πτυχή των σχέσεων μας -με τον εαυτό μας, με τα άλλα πρόσωπα, με την κοινωνία- διαμορφώνεται από τον καπιταλισμό και ότι μια σοσιαλιστική επανάσταση θα μετασχημάτιζε αυτές τις σχέσεις; Ή μιλούσαν πολύ γενικά; Υπάρχουν μήπως πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας που παραμένουν ανεπηρέαστες από την κοινωνία, με αποτέλεσμα να χρειαζόμαστε κάτι άλλο από τον μαρξισμό για να τις καταλάβουμε και κάτι παραπάνω από το σοσιαλισμό για να τις αλλάξουμε; Αυτή είναι η καρδιά της αντιπαράθεσης μαρξισμού και ψυχολογίας.

Η μαρξιστική μέθοδος μελετά την ανθρώπινη εμπειρία μέσα σε κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Η ψυχολογία, η ψυχανάλυση, η ψυχοθεραπεία, η ιατρική, η γενετική και οι περισσότερες επιστήμες αντιλαμβάνονται το άτομο (ή μέρος του ατόμου) ως ανεξάρτητο από το κοινωνικό πλαίσιο. Η παραδοχή που κάνουν είναι ότι το άτομο (ή το μέρος του) έχει διαρκή βιολογικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά που διέπονται από κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που διέπουν την ευρύτερη κοινωνία. Επομένως τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να μετασχηματιστούν μόνο στο επίπεδο του ατόμου (ή του μέρους του ατόμου).

Ο διαχωρισμός του ατομικού από το κοινωνικό με σκοπό να δοθεί έμφαση στο άτομο δεν είναι επιστήμη: είναι η κυρίαρχη ιδεολογία. Η απόδοση προτεραιότητας σε ατομικούς παράγοντες απαλλάσσει το σύστημα από τις ευθύνες του. Και αν τα άτομα επιλέγουν τι θα τους συμβεί, μπορούν να κατηγορηθούν για κακές επιλογές και το σύστημα να βγει και πάλι αθώο.

Η επιστήμη λέει ότι η κοινωνία και το άτομο διαμορφώνουν το ένα το άλλο μέσα από μια δυναμική αλληλεπίδραση. Αν κάτι από τα δύο έχει μεγαλύτερο βάρος, αυτό είναι το υλικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίχθηκε το είδος μας και το οποίο δηλητηριάζει ο καπιταλισμός.

Οι τοξίνες στο περιβάλλον μας αποτελούν την κύρια αιτία του καρκίνου, κι όμως η ευθύνη πέφτει στους ίδιους τους καρκινοπαθείς λόγω «ανθυγιεινών επιλογών» και «γονιδίων» του καρκίνου. Παρόμοια, η αλλοτρίωση κάνει τους ανθρώπους ψυχικά ασθενείς, όμως η ψυχική ασθένεια αποδίδεται σε λανθασμένες σκέψεις, σε κακή χημεία του εγκεφάλου, σε ελαττωματικά γονίδια. Το να ρίχνονται ευθύνες στο θύμα προστατεύει το σύστημα, καθώς η συζήτηση επικεντρώνεται στο τι κάνει το θύμα και όχι στο τι υφίσταται από το σύστημα.

Ο όρος «ψυχική ασθένεια» παλιότερα σήμαινε «τρέλα». Το αμερικάνικο εγχειρίδιο ψυχιατρικών διαταραχών του 1918 περιείχε 22 διαγνωστικές κατηγορίες, 21 εκ των οποίων αφορούσαν κάποια μορφή τρέλας. Από τότε η έννοια της ψυχικής ασθένειας διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει ένα πλατύ φάσμα από αποκλίνουσες συμπεριφορές, αντιστάσεις, διαφορετικούς τρόπους επεξεργασίας πληροφοριών (νευροποικιλότητα), συναισθηματικές αντιδράσεις στην απομόνωση και τη στέρηση, καθώς και συμπτώματα που σχετίζονται με τραύματα. Η ταμπέλα της ψυχικής ασθένειας χρησιμοποιείται για να παθολογικοποιήσει τα άτομα που διαμαρτύρονται, εκείνα που υποφέρουν, αυτά που έχουν ανάγκες οι οποίες μπαίνουν εμπόδιο στην παραγωγικότητα. Είτε πρόκειται για σωματικούς είτε για ψυχικούς περιορισμούς, οι λιγότερο παραγωγικοί άνθρωποι στιγματίζονται ως κοινωνικά ελαττωματικοί και θεωρούνται λίγο ως πολύ αναλώσιμοι.

Οι άνθρωποι που κατηγοριοποιούνται ως «ψυχικά ασθενείς» αποτελούν μια καταπιεσμένη ομάδα. Όπως κάθε μορφή καταπίεσης, η ψυχική ασθένεια αφορά όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως τάξης. Ωστόσο, όπως και με τις άλλες καταπιέσεις, το φορτίο πέφτει συντριπτικά στην εργατική τάξη. Οι ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζουν διακρίσεις νομικές, ιατρικές, κοινωνικές, καθώς και διακρίσεις στη στέγαση. Αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να εγκλειστούν εξαναγκαστικά σε ιδρύματα, να υποχρεωθούν σε κάποια φαρμακευτική αγωγή, να τους αφαιρεθεί το δικαίωμα λήψης αποφάσεων για τη ζωή τους. Τα ποσοστά των ψυχικά ασθενών είναι πολύ μεγαλύτερα μεταξύ των φυλακισμένων, ενώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν την ανεργία, τη φτώχεια και την έλλειψη στέγης.

Η καταπίεση είναι θεμελιώδες στοιχείο του καπιταλισμού. Υποτάσσοντας τις καταπιεσμένες ομάδες, μια μικρή άρχουσα τάξη αποκτά τη δυνατότητα να διαιρεί και να βασιλεύει πάνω σε μια πολύ μεγαλύτερη εργατική τάξη. Καταπιέζοντας ειδικά τους/τις ψυχικά ασθενείς, μπορεί επιπλέον να επιβάλλει τη συμμόρφωση σε επίπεδο σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφοράς σε μια ολόκληρη κοινωνία.

Η ψυχιατρική υπηρετεί τον καπιταλισμό, καθώς δίνει τη διάγνωση της ψυχικής διαταραχής στην απειθαρχία. Κατά τη δεκαετία του ’50 η διάγνωση της σχιζοφρένειας γινόταν κατά κύριο λόγο στις δυστυχισμένες νοικοκυρές. Οι αντιρατσιστικές εξεγέρσεις της δεκαετίας του ’60 έδωσαν λαβή στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistic Manual of Mental Disorders – DSM) να αλλάξει την περιγραφή της σχιζοφρένειας από κυρίαρχα καταθλιπτική διάθεση σε εχθρότητα, επιθετικότητα και παραισθήσεις καταδίωξης. Δηλαδή αντί να στοχεύει πλέον στις λευκές νοικοκυρές των προαστίων, στοχεύει στους εξεγερμένους μαύρους ανθρώπους των αστικών κέντρων. Σήμερα οι μαύροι Αμερικανοί και Αμερικανίδες είναι τρεις φορές πιθανότερο να διαγνωστούν με σχιζοφρένεια απ’ ό,τι οι λευκοί/ές.

Ψυχίατροι και ψυχολόγοι έχουν παθολογικοποιήσει τις αντιστάσεις των σκλάβων και των πολιτικά ανυπάκουων. Έχουν λοβοτομήσει γυναίκες που αντέδρασαν και έχουν επιχειρήσει να «γιατρέψουν» ομοφυλόφιλους/ες. Έχουν οργανώσει καμπάνιες για την ευθανασία και τη στείρωση των «κοινωνικά ανίκανων». Προσφέρουν βοήθεια σε ανακρίσεις και βασανιστήρια. Ντοπάρουν στρατιώτες για να συνεχίζουν να σκοτώνουν. Χαπακώνουν ηλικιωμένα και φυλακισμένα άτομα για να τα κρατούν ήσυχα. Χαπακώνουν και άτακτα παιδιά.

Καθώς οι οικογένειες βυθίζονται στην κρίση, οι γονείς έχουν όλο και λιγότερες δυνατότητες να ανταπεξέλθουν στις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών τους. Τα σχολεία συνεισφέρουν στη δυσαρέσκεια των παιδιών, κλείνοντάς τα για μεγάλα διαστήματα σε αίθουσες μέσα στις οποίες είναι αναγκασμένα να απομνημονεύουν πληροφορίες που δεν έχουν σύνδεση με τις πραγματικές ζωές τους. Όταν τα παιδιά διαμαρτύρονται απέναντι σε αυτή την κατάσταση με αταξίες, τα ονομάζουν ψυχικά διαταραγμένα και χαρακτηρίζουν τους γονείς ανεπαρκείς.

Με τη διάγνωση, ανοίγει και η δυνατότητα φαρμακευτικής αγωγής σε παιδιά. Το 2013 δόθηκαν συνταγές ψυχιατρικών φαρμάκων σε πάνω από 8 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 17 ετών στις ΗΠΑ. Ένα εκατομμύριο από αυτά ήταν κάτω των 5 ετών, ενώ 250.000 κάτω του ενός έτους.

Οι σοσιαλιστές/τριες υπερασπιζόμαστε τα καταπιεσμένα άτομα. Απορρίπτουμε το επιχείρημα ότι οι γυναίκες οφείλουν να μεγαλώνουν παιδιά επειδή είναι γενετικά προγραμματισμένες για φροντίδα. Απορρίπτουμε το επιχείρημα ότι οι μαύροι άνθρωποι είναι πιθανότερο να είναι φτωχοί επειδή είναι λιγότερο ευφυείς. Καταλαβαίνουμε ότι τέτοιου είδους επιχειρήματα δεν έχουν σχέση με επιστήμη – είναι ψευδοεπιστήμη, προπαγάνδα με το μανδύα επιστήμης. Ο καπιταλισμός συγχέει επιστήμη και ψευδοεπιστήμη συστηματικά, αντικαθιστώντας την αλήθεια με αυτό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι αλήθεια. Ένα παράδειγμα ψευδοεπιστήμης είναι ο ισχυρισμός ότι η ψυχική ασθένεια έχει τις ρίζες της στη βιολογία.

Το βιολογικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας υποβιβάζει τον «νου» στον εγκέφαλο: ο εγκέφαλος έτσι γίνεται αντικείμενο μελέτης και ιατρικής αγωγής. (Μια εκδοχή του μοντέλου αυτού είναι ο φροϋδισμός, ο οποίος υποβιβάζει τον νου στα γεννητικά όργανα.) Αυτός ο χυδαίος υλισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαρξιστικό υλισμό, που μελετά την ψυχική ασθένεια μέσα σε κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο και την βλέπει ως εξατομικευμένη έκφραση μιας κοινωνίας άρρωστης από την αλλοτριωμένη εργασία.

Το γεγονός ότι οι κοινωνικές συνθήκες παράγουν την ψυχική ασθένεια είναι τόσο προφανές που χρειάστηκε μια ολόκληρη ψυχιατρική βιομηχανία για να μας πείσει για το αντίθετο. Η έκδοση του DSM του 1952 περιέγραφε την ψυχική ασθένεια ως αντίδραση σε κάποιο εξωτερικό γεγονός, συνθήκη ή βιολογική κατάσταση. Αυτή η περιγραφή δεν επανεμφανίστηκε ποτέ σε μεταγενέστερες εκδόσεις.

Το ότι το DSM παραλείπει να αναφέρει εξωτερικούς παράγοντες για την ψυχική ασθένεια υπονοεί ότι η αιτία βρίσκεται μέσα στο άτομο (στις σκέψεις, τις συμπεριφορές, τη χημεία, τα γονίδια) και ότι η θεραπεία έγκειται στο να αλλάξει το άτομο, όχι οι συνθήκες που προκαλούν την ασθένεια. Η έμφαση στη φαρμακευτική αγωγή και στην έρευνα των γονιδίων πηγάζει από αυτό ακριβώς το βιολογικό μοντέλο. Το να κατευθύνονται οι ασθενείς στο να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης τους, τα συναισθήματά τους και τις συμπεριφορές τους υπονοεί ότι το κεντρικό πρόβλημα είναι η αδυναμία του ατόμου να λειτουργήσει σωστά.

Κάποιοι/ες παραδέχονται ότι οι δυσμενείς συνθήκες μπορούν να προκαλέσουν δυσφορία και απελπισία στα παιδιά ή διαταραχές διάθεσης όπως η αγχώδης διαταραχή και η κατάθλιψη, αλλά υποστηρίζουν ότι οι διαταραχές αντίληψης (όπως οι ψυχώσεις) πρέπει να έχουν βιολογική βάση. Και αυτό είναι λανθασμένη συλλογιστική.

Η ανθρώπινη αντίληψη κατασκευάζεται κοινωνικά. Οι κυρίαρχες ιδέες διαμορφώνουν το τι σκέφτονται οι άνθρωποι, τι θέλουν, ποια πρόσωπα εμπιστεύονται, ποια φοβούνται, ποια κατηγορούν, τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό. Η «λανθασμένη» αντίληψη είναι λοιπόν επίσης κοινωνικά κατασκευασμένη. Ψυχολόγοι, διαφημιστές και μάνατζερ πουλάνε ένα σύστημα βασισμένο στην απάτη («είμαστε μια χώρα ελευθερίας»), την αντίφαση («ο πόλεμος ως ανθρωπιστική επέμβαση»), την αντιστροφή της εμπειρίας («η σκληρή δουλειά πάντα ανταμείβεται») και την απειλή («δούλεψε ή πέθανε της πείνας»). Οι περισσότεροι άνθρωποι αποδέχονται το απαράδεκτο, ωστόσο δεν τους ευχαριστεί. Κάποια άτομα επαναστατούν ανοιχτά. Άλλα εξεγείρονται μέσα από σωματικά και ψυχικά συμπτώματα, τον εθισμό ή την αυτοκτονία. Κάποια διαφεύγουν σε μια άλλη πραγματικότητα.

Οι ψυχώσεις αναπτύσσονται συνήθως κατά τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, την περίοδο δηλαδή που η αντίφαση ανάμεσα στον κόσμο όπως πραγματικά είναι και τον κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι βιώνεται πιο έντονα. Η αδυναμία να επιλυθεί αυτή η αντίφαση οδηγεί ορισμένους ανθρώπους σε έντονο άγχος και βαθιά καχυποψία. Ο κόσμος γι’ αυτούς δεν βγάζει κανένα νόημα κι έτσι έρχονται σε «ρήξη με την πραγματικότητα». Καταφεύγουν σε φανταστικούς κόσμους όπου αλληγορίες της φαντασίας τούς βοηθούν να επικοινωνήσουν αυτό που δεν μπορούν να διατυπώσουν. Όλοι/ες μιλάμε στους εαυτούς μας, αλλά η ψύχωση διαταράσσει τη σχέση με τον εαυτό σε βαθμό που οι εσωτερικές φωνές γίνονται αντιληπτές σαν να έρχονται απ’ έξω. Τα οπτικά ερεθίσματα επίσης γίνονται αντιληπτά σαν μορφές ανθρώπων και πραγμάτων που δεν υπάρχουν.

Η κοινωνική βάση της ψύχωσης απορρίπτεται από βιολόγους και ψυχιάτρους που αντιμετωπίζουν το ψυχωτικό άτομο σαν μια λίστα από προβλήματα που χρειάζονται επίλυση. Η εμπειρία, η οπτική και οι κοινωνικές ανάγκες αυτού του ατόμου αγνοούνται. Δεν δίνεται προσοχή στο τι προσπαθεί να πει με τα λόγια του, τα συναισθήματά του, τη γλώσσα του σώματός του και τα μοτίβα συμπεριφοράς του. Η έμφαση δίνεται στο χειρισμό της χημείας του εγκεφάλου, στην αντιστάθμιση της ελαττωματικής λειτουργίας των γονιδίων και στον έλεγχο των συμπεριφορών.

Η καλύτερη φροντίδα για την ψυχική ασθένεια είναι η κοινωνική υποστήριξη. Μια μεγάλη έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι ψυχωτικές/οί ασθενείς που λαμβάνουν λιγότερα φάρμακα και περισσότερη προσωπική και οικογενειακή στήριξη είχαν πολύ καλύτερη εξέλιξη από ασθενείς που έπαιρναν τη συνήθη φαρμακοκεντρική αγωγή. Το μοντέλο της κοινωνικής στήριξης έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς στην Αυστραλία, τη Σκανδιναβία και αλλού. Το γεγονός ότι η κοινωνική υποστήριξη μπορεί να θεραπεύσει διαταραχές αντίληψης μας δείχνει ότι και αυτές οι διαταραχές έχουν κοινωνική βάση.

Η κοινωνική υποστήριξη είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας και σε επίπεδο κοινωνίας. Μια καναδική έρευνα σε δείγμα πάνω από 2000 βαριά ασθενών άστεγων έδειξε ότι η παροχή σταθερής στέγασης ήταν πιο αποτελεσματική από οποιαδήποτε άλλη αγωγή. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μπορεί πραγματικά να γιατρέψει την ψυχική ασθένεια. Μια οκταετής έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε ότι στα φτωχά παιδιά γίνεται διάγνωση ψυχιατρικών συμπτωμάτων τέσσερις φορές συχνότερα από ό,τι στα παιδιά που δεν έχουν ζήσει ποτέ σε καθεστώς φτώχειας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ένα νέο καζίνο άρχισε να πληρώνει μπόνους, τα οποία ανέβασαν το 14% των οικογενειών πάνω από το όριο της φτώχειας. Τα ψυχιατρικά συμπτώματα των παιδιών που δεν ήταν πια φτωχά έπεσαν στα ίδια επίπεδα με αυτά των παιδιών που δεν υπήρξαν ποτέ φτωχά. Σε αντίθεση με αυτά, τα παιδιά που παρέμεναν σε καθεστώς φτώχειας διατήρησαν τα υψηλά ποσοστά ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Οι αυξήσεις στους μισθούς των γονιών τούς δίνουν τη δυνατότητα να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες και κατ’ επέκταση τους κάνουν ικανότερους να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών.

Ο καπιταλισμός οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους στην κρίση. Στην Καλιφόρνια οι επιθέσεις στις κοινωνικές υπηρεσίες πυροδότησαν μια εργατική απάντηση. Τον Γενάρη του 2015 πάνω από 3.300 μέλη της Εθνικής Ομοσπονδίας Εργαζόμενων στην Υγεία (National Union of Health Workers – NUHW) απέργησαν στην Kaiser Permanente, τη μεγαλύτερη ιατρική επιχείρηση των ΗΠΑ. Παρά τα υψηλότερα από ποτέ κέρδη της, η Kaiser αρνήθηκε να προσλάβει επαρκές προσωπικό για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των ασθενών. Για να διαμαρτυρηθούν οι ψυχολόγοι, οι ψυχοθεραπευτές/τριες, οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι νοσηλευτές/τριες της NUHW έκαναν τη μεγαλύτερη απεργία στην ιστορία της ψυχικής υγείας, με 65 συλλαλητήρια σε 35 πόλεις.

Η απεργία, που κράτησε μια βδομάδα, ακολουθήθηκε από την καμπάνια «Όχι άλλες αυτοκτονίες στην Kaiser», ώστε να δημοσιοποιηθούν οι αριθμοί των ασθενών που πέθαιναν εξαιτίας ελλείψεων στη φροντίδα. Τελικά, μετά από απειλή για απεργία διαρκείας, η Kaiser δέχτηκε τα αιτήματα της Ομοσπονδίας: την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ασθενών (πληροφόρηση, εκπαίδευση, εκπροσώπηση, ιατρικό απόρρητο), προστασία των μισθών και των συντάξεων των εργαζόμενων, νέο πρόγραμμα που προβλέπει περισσότερες ώρες φροντίδας για κάθε ασθενή και τις απαραίτητες προσλήψεις ώστε να υλοποιηθεί.

Η σύνδεση των αναγκών των εργαζόμενων και των ασθενών δημιούργησε μια πρωτοφανή νίκη. Ωστόσο χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από πρόσβαση στις υπηρεσίες πρόνοιας. Χρειαζόμαστε έναν κόσμο που να μη μας αρρωσταίνει.

Ο καπιταλισμός έχει μετασχηματίσει ολόκληρο τον κόσμο σε ένα εργοστάσιο παραγωγής κεφαλαίου. Κάθε ανθρώπινη ανάγκη που στέκεται εμπόδιο σε αυτή την παραγωγή την αντιμετωπίζει σαν βάρος που πρέπει να το ξεφορτωθεί. Η «λιτή παραγωγή»* φτάνει τους εργάτες και τις εργάτριες ως τα σωματικά και ψυχικά όριά τους. Όσοι/ες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν απορρίπτονται και αντικαθίστανται.

Η ψυχική υγεία είναι αδύνατη μέσα στον καπιταλισμό. Η καθημερινή δυστυχία που μεγαλώνει επιβαρύνεται με τη φρίκη του διαρκούς πολέμου και της περιβαλλοντικής καταστροφής. Αν ανοίξεις το μυαλό του στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, τραυματίζεσαι. Αν το κλείσεις, χάνεις την ανθρωπιά σου.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καταγράψει τα τελευταία 45 χρόνια 60% άνοδο στα ποσοστά αυτοκτονίας σε όλο τον κόσμο. Οι αυτοκτονίες αποτελούν το μισό των βίαιων θανάτων στους άνδρες και το 71% στις γυναίκες. Η αυτοκτονία είναι η κυρίαρχη αιτία θανάτου σε έφηβα κορίτσια 15-19 ετών. Στις ΗΠΑ το ποσοστό αυτοκτονίας στα μαύρα αγόρια 5 ως 11 ετών έχει διπλασιαστεί από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα.

Τα τελευταία 15 χρόνια το εισόδημα των νοικοκυριών που βασίζονται οικονομικά σε μία/έναν απόφοιτο Λυκείου έπεσε κατά 19% (με την προσαρμογή στον πληθωρισμό). Αυτή η πτώση εισοδήματος έχει συνοδευτεί από αύξηση κατά 22% στο ποσοστό θνησιμότητας των μεσήλικων λευκών Αμερικανών/ίδων με χαμηλή μόρφωση, κυρίως λόγω αλκοολισμού, εθισμού στα ναρκωτικά και αυτοκτονιών. Αν δεν είχε ανέβει το ποσοστό θνησιμότητας αυτά τα χρόνια, 96 χιλιάδες θάνατοι δεν θα είχαν συμβεί. Αν είχε συνεχίσει να πέφτει με το ρυθμό που έπεφτε προηγουμένως, μισό εκατομμύριο ζωές θα είχαν σωθεί.

Η απομάκρυνση των κοινωνικών αιτίων της ασθένειας δεν μπορεί να γίνει μέσα στον καπιταλισμό, καθώς δεν επιτρέπεται σε τίποτα να σταθεί εμπόδιο στη ροή του κέρδους. Αντιθέτως, το σύστημα καταβάλλει σκληρές προσπάθειες να βελτιώσει την ικανότητα των ανθρώπων να λειτουργήσουν κάτω από αυτές τις τοξικές συνθήκες. Έτσι, η επιστήμη και η έρευνα περιορίζονται στη μελέτη και τη διαχείριση ατομικών παραμέτρων. Αυτό ισχύει τόσο για τον καρκίνο όσο και για την ψυχική ασθένεια.

Κι ενώ κάποιες μορφές ψυχικής ασθένειας (και καρκίνου) μπορεί να έχουν τις ρίζες τους στη βιολογία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε σίγουρα, όσο βρισκόμαστε σε ένα σύστημα που δηλητηριάζει κάθε πτυχή της ζωής φτάνοντας μέχρι το μοριακό επίπεδο. Αφού τσακίσουμε τον καπιταλισμό, μπορούμε να δούμε τι μένει να αντιμετωπιστεί βιολογικά. Μέχρι τότε, οι σοσιαλιστές/τριες πρέπει να επιμένουμε στις συλλογικές λύσεις για συλλογικά προβλήματα και όχι να ενδίδουμε στην ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επιλυθούν από ειδικούς και επιστήμονες σε ατομικό επίπεδο.

Η διαμάχη μαρξισμού και ψυχολογίας στην πραγματικότητα δεν αφορά την ψυχολογία και την ψυχική ασθένεια. Αφορά την ικανότητά μας να δούμε τον καπιταλισμό σαν ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που κατευθύνει τα πάντα. Μέσα σ’ αυτό το σύστημα, η ατομική εμπειρία αλλάζει μέσα από τη διαδικασία αλλαγής της κοινωνίας.

Στη δεκαετία του ’80 οι εργάτες/τριες της Πολωνίας οργανώθηκαν στο μεγαλύτερο συνδικάτο του κόσμου, που έφτασε να συμπεριλαμβάνει το 1/3 του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας. Καθώς οι απεργίες απλώνονταν και οι διαδηλώσεις μεγάλωναν, οι ψυχιατρικές κλινικές των νοσοκομείων άρχισαν να αδειάζουν από εργάτες/τριες και να γεμίζουν από άρρωστους κυβερνητικούς αξιωματικούς. Αυτό συνέβη επειδή η όξυνση του ταξικού αγώνα ανοίγει το δρόμο για τη συλλογική επίλυση των ατομικών προβλημάτων.

Δεκαετίες υποχώρησης της εργατικής τάξης έχουν υποσκάψει την εμπιστοσύνη στις συλλογικές λύσεις. Οι σοσιαλίστριες/τές δεν είναι αλώβητοι από αυτή την απογοήτευση. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναδειχθούν ταξικές λύσεις σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τον ατομισμό και την «ναι μεν αλλά» στάση των ρεφορμιστών που προωθούν τις ατομικές λύσεις «στο μεταξύ». Δεν υπάρχει «στο μεταξύ». Η επιβίωσή μας εξαρτάται από την επανασύνδεση της σοσιαλιστικής παράδοσης με την εργατική τάξη τώρα.

Η καταπίεση είναι ενσωματωμένη στον καπιταλισμό. Η μάχη ενάντια στην καταπίεση χρειάζεται να είναι ενσωματωμένη στη μάχη για το σοσιαλισμό. Χτίζουμε την ψυχική υγεία στη διαδικασία της πάλης για καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας. Χτίζουμε την ψυχική υγεία καθώς χτίζουμε την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης, καθώς βάζουμε τα θεμέλια της σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα έχει προτεραιότητα να ενεργοποιήσει τις ικανότητες όλων και να ικανοποιήσει τις ανάγκες όλων.

*Σ.τ.ε. Ο όρος «λιτή παραγωγή» (αγγλ. lean production) περιγράφει την επιχειρηματική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία καθετί που αυξάνει το κόστος ενός προϊόντος πρέπει να απομακρύνεται. Αυτή η αντιμετώπιση οδηγεί στην εντατικοποίηση της δουλειάς, σε χαμηλότερους μισθούς και σε απώλεια σταθερών θέσεων εργασίας, δηλαδή σε χειροτέρευση της ζωής για την εργατική τάξη.

Πηγή: Susan Rosenthal, “Marxism and Psychology”, Socialist Review 410, February 2016, http://socialistreview.org.uk/410/marxism-and-psychology

Μετάφραση: Αφροδίτη Φράγκου   |   Επιμέλεια μετάφρασης: Λίζα Αστερίου

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Δείτε επίσης

Αντίδοτο στον φόβο και τη ντροπή

Της Κατερίνας Μάτσα* –  Στην κοινωνία της κρίσης που ζούμε, τα τραυματικά βιώματα που γεννούν …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *