Τετάρτη , 15 Αύγουστος 2018
Αρχική / ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ /ΑΠΟΨΕΙΣ / ΠΟΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ;;;

ΠΟΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ;;;

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΧΕΙ ΑΡΧΙΣΕΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΚΙ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ – 

Σε πολύ κόσμο του κινήματος αρέσουν οι ιστορικές αναλογίες. Συνήθως, βέβαια, τις χρησιμοποιούμε για να καταγγείλουμε ή να λοιδορήσουμε ό,τι καινούριο επιχειρείται να ειπωθεί, οτιδήποτε προσπαθεί να ψηλαφίσει νέους δρόμους πράξης απέναντι στο τέλμα των καιρών. Για να εξαγάγουμε κυνικά το συμπέρασμα: «τίποτα καινούριο δεν υπάρχει. Όλα έχουν γραφτεί και τα πάντα έχουν γίνει». Το δικό μας ΤΙ ΝΑ της ριζοσπαστικής θεωρίας. Συνήθως, οι ιστορικές αναλογίες χρησιμεύουν για να συνεχίσουν κάποιοι και κάποιες τον γλυκό τους ύπνο με τη σκέψη ότι «πάντα ίδια ήταν τα πράγματα» και «πάλι στα ίδια θα καταλήξουν». Ελπίζοντας ότι υπάρχει ακόμα χρόνος για να αποφύγουν τη σύγκρουση που έρχεται, ότι υπάρχει χώρος για μια ακόμα συνθηκολόγηση. Ότι υπάρχει ακόμα έδαφος για μια «εθνική ενότητα» ακόμα. Που θα χωράει, αυτή τη φορά, και τους καταπιεσμένους, κάτω από τις σημαίες, τα σύμβολα και τα οράματα των αφεντικών τους.

Για όσους κι όσες, όμως, δεν είμαστε στην πλευρά των κυρίαρχων ούτε στη μεριά όσων συνθηκολόγησαν μαζί τους στην «εθνική συμφιλίωση», για εμάς που η «πρόοδος της ιστορίας» δε είναι τίποτε άλλο από «τη θύελλα που συσσωρεύει ερείπια ως τον ουρανό όσο ο Angelus Novus πετάει με την πλάτη γυρισμένη προς το μέλλον», δεν υπάρχει καμιά τέτοια ιστορική αναλογία που να μη μας προξενεί απέχθεια και οργή. Εμείς, λοιπόν, είμαστε με την 6η από τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Μπένγιαμιν: «Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. […] Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης».

Θέλετε να δούμε πραγματικές ιστορικές αναλογίες που λάμπουν στο άρπαγμα μιας μνήμης; Ας σκεφτούμε μία.

Η ελληνική κοινωνία βρισκόταν ανεπίσημα σε εμφύλιο πόλεμο από τις 25/7/1929 (Ιδιώνυμο Βενιζέλου). Αυτός ο πόλεμος πήρε ανοιχτή ένοπλη μορφή στις 31/3/1946 (με την εισβολή του καπετάν Μπαρούτα στο ΑΤ Λιτόχωρου). Ενδιάμεσα, η «αριστερά του λαϊκού μετώπου» (ας την πούμε έτσι), είχε ξεχαστεί στην άσκηση εθνικής υπευθυνότητας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, καθάρισαν, χωρίς να το θέλουν, για την ελληνική αστική τάξη την επικράτειά της, χάνοντας (και δε θα ήταν αυτή η μόνη φορά) στο «παιχνίδι του πατριωτισμού», μπήκαν σε έναν εμφύλιο που τελικά τους έσυραν και δεν ήθελαν, με μόνες αποσκευές τη συμφωνία της Βάρκιζας και τον αφοπλισμό. Αυτό «το λαό τον Μέγα», που πάλεψε ψάχνοντας πραγματικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και τρόμου, που πήρε τα όπλα ενάντια «σε ντόπιους και ξένους αφέντες», είχαν καταφέρει να τον χάσουν οι οργανωμένοι μηχανισμοί του Κόμματος και του Μετώπου. Να τον παραδώσουν, εκλογική δεξαμενή και υπάκουη κοινωνική συμμαχία λουφαγμένη από τον τρόμο, όταν -τις μέρες της «απελευθέρωσης»- ο Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός της «εθνικής ομοψυχίας», μιλούσε σε μια θάλασσα ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, εκθέτοντάς τους ανοιχτά τη γραμμή της αστικής τάξης: ένοπλη εκκαθάριση όσων τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι, όσων αμφισβήτησαν τη «συνέχεια του κράτους». Βροντοφωνάζοντας: «Θα υπάρξη Κράτος».

Ήταν φασίστες ο κόσμος που μαζεύτηκε σε εκείνη τη σύναξη; Όχι. Αν κάτι μπορούμε να πούμε, με ιστορικά ακριβείς όρους, για εκείνη τη λαοσύναξη, είναι πως αποτελούσε ένα σύμπτωμα της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνικής και εθνικής σύνθεσης, λευκή επιταγή στο σχέδιο της νέας διάρθρωσης της αστικής τάξης στην Ελλάδα, στη συνέχεια της κυριαρχίας της. Δεν όπλισε, προφανώς, αυτή η λαοσύναξη το χέρι των ταγμάτων Χ, των ταγμάτων ασφαλείας, των μαυραγοριτών, των φασιστών και των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων. Το κράτος το έκανε. Το κράτος και οι μηχανισμοί του, οι οποίοι βγήκαν πεντακάθαροι και αναβαπτισμένοι από το πλυντήριο της «εθνικής ομοψυχίας». Δεν ήταν λίγοι πριν ακόμα κι αν ήταν μειοψηφία. Έγιναν, σίγουρα, κυρίαρχοι μετά.

 

Ας θυμηθούμε τώρα σε ποια περίοδο βρισκόμαστε. Στα πλαίσια της διαδήλωσης των 80.000 «πατριωτών» για την ονομασία της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», εμφανίστηκε ξανά η μεγάλη «εθνική σύνθεση» του βαθέως φασισμού και ρατσισμού του ελληνικού κράτους: Λαός-Στρατός-Εκκλησία.

Η ιστορία είναι αμείλικτη με τις ιστορικές αναλογίες κι αυτούς που τις κάνουν. Έτσι, εύκολα τις γελοιοποιεί, βάζοντας ας πούμε στη θέση της «απελευθέρωσης από τον κατακτητή», το «όνομα των Σκοπίων», βάζοντας στη θέση του Γ. Παπανδρέου τον Φράγκο Φραγκούλη,. Βάζοντας, τελικά, στη θέση της ιστορικής τραγωδίας μια κακόγουστη και κιτς φάρσα.

Τι μένει ίδιο; Μα, τι άλλο; Η πολυαναμενόμενη Συνέχεια του Κράτους. Από τους πάνω και από τους κάτω. Από τα αφεντικά και τους πληβείους. Η συνέχεια του κράτους που βάζει στη θέση των ταγμάτων Χ και των «συνεργατών γερμανών και άγγλων», τους χρυσαυγίτες και τις παραφυάδες τους, τους συνεργάτες «των εφοπλιστών και των βιομηχάνων».

Αν για κάτι μπορούμε να είμαστε ιστορικά ακριβείς σε σχέση με αυτή την κοινωνική και εθνική σύνθεση είναι το εξής διπλό:

  • Αυτή η συνύπαρξη του «αθώου λαού» με τους «ακραίους χρυσαυγίτες» στην ίδια διαδήλωση, δεν είναι τίποτα άλλο από την κοινωνική πρακτική στην οποία εκπαίδευσε το λαό «που χόρευε στο Σύνταγμα για τη διαπραγμάτευση του Τσίπρα» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, με καλύτερο στιγμιότυπο απ’ όλα τις κοινές βόλτες του Βίτσα, του Καμμένου, βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, με τον Κασιδιάρη και τους βουλευτές της Χ.Α. στο Καστελόριζο. Λαός-Στρατός-Εκκλησία. Μαζί. Για να το εμπεδώσουμε.
  • Αυτή η διαδήλωση δεν ήταν τίποτα άλλο από τη Φωνή του Κράτους. Δεν υπάρχει δικαιολογία για όσους βρέθηκαν εκεί. Δεν υπάρχει επίσης δικαιολογία για όσους αναγνώρισαν πολλούς «καλούς και μετριοπαθείς» διαδηλωτές και λίγους «κακούς και ακραίους». Αυτό το συλλαλητήριο ήταν, θέλετε δε θέλετε, η φωνή του Μουρούτη, του Γεωργιάδη και του Βορίδη. Το διαπραγματευτικό χαρτί του Κοτζιά. Και η μόνη συγκολλητική ουσία της ήταν τα «παιδιά με τα μαύρα και τους μαιάνδρους»…

Η ανακοίνωση της Κατάληψης Libertatia, σχετικά με τον εμπρησμό, αναφέρει: «Καθ όλη τη διάρκεια της επίθεσης έξω από την κατάληψη βρίσκονταν τόσο ασφαλίτες όσο και κλούβα των ΜΑΤ σταθμευμένη παραδίπλα, οι οποίοι και κάλυπταν την επίθεση χωρίς να παρέμβουν». Στο συλλαλητήριο για το μακεδονικό, με εννιά (9) συνολικά οργανωμένες δολοφονικές επιθέσεις σε στέκια, αυτο-οργανωμένους χώρους και καταλήψεις, με εμπρησμό ενός ιστορικού κτιρίου, δεν υπήρχε ούτε μια (0) προσαγωγή. Στην πορεία αλληλεγγύης στην κατάληψη Libertatia, την επόμενη μέρα, αντιθέτως, το ξύλο, τα χημικά, οι προσαγωγές και οι συλλήψεις από τα ΜΑΤ του Τόσκα, ήταν σε αφθονία χωρίς καν αφορμή. Αν και ποτέ δεν χρειάζονται…

Για τον «πολίτη», λοιπόν, που βρέθηκε στο «μεγάλο συλλαλητήριο», σαν μειοψηφία ανάμεσα σε φασίστες, μαυροφορούσες καλόγριες, αφιονισμένους τράγους, λεγεωνάριους και ελληνόψηχους καρναβαλιστές (και φυσικά, τον στρατηγό αυτού του θιάσου, Φραγκούλη Φράγκο) έχω να πω το εξής: Πραγματικά, θέλω να πιστέψω ότι δεν έχεις σχέση με τα καθαρά χέρια της ΧΑ. Δε με διευκολύνεις όμως. Υπάρχει μια ασυμμετρία στην οποία φαίνεσαι να πιστεύεις ότι έχεις ίσες αποστάσεις. Μπορεί με τη μία πλευρά, των «φρικιών», να διαφωνείς, όμως η «άλλη» δεν είναι παρά η εφεδρική ένοπλη έκφραση του κράτους ασφάλειας ενάντια σε όσους ακόμα αντιστέκονται. Αν απλά λες ότι «διαφωνείς» και μς αυτή, σαν να ήταν οι δύο εκφράσεις τυχαίες «αποκλίσεις» από την κρατική αλήθεια, τότε -συγγνώμη που θα το πω έτσι- είσαι μέρος της ακροδεξιάς. Δεν έχει σημασία πώς το βλέπεις εσύ. Αλλά που σε ταξινομεί το κράτος. Κι αυτό είναι ένα δίλημμα του «μεσαίου χώρου» που δεν μπορείς να αποφύγεις, μιας και αυτό που  πάντα παρήγαγε ο «χώρος σου» ήταν το κράτος του εμφυλίου, το κράτος του χωροφύλακα, των βασανιστηρίων και των εξοριών, το κράτος της ανάπηρης μεταπολίτευσης, αυτό που είχε αφήσει στα σπίτια τους ήσυχους να κοιμούνται τον Μπάμπαλη και το Μάλλιο.

Σύμφωνο συμβίωσης. Ταυτότητα Φύλου. Ελληνοτουρκικά. Μακεδονικό. Αυτές είναι οι μεγάλες αντιστάσεις της ελληνικής κοινωνίας στην επέλαση της βιοπολιτικής κυριαρχίας εδώ και μια περίπου εικοσαετία, με μικρά διαλείμματα ταξικών ρήξεων και εργατικών αγώνων ενάντια στο τσάκισμα της παλιάς και της νέας εργατικής βάρδιας, στη διάλυση και την αποστέρηση κάθε αξιοπρεπούς όρου ζωής ολόκληρων γενιών που έρχονται.

Σήμερα δεν υπάρχει, ακριβώς, εκείνη η «αριστερά του Λαϊκού Μετώπου». Υπάρχει όμως μια αστεία επανάληψή της, πολύ αστεία, ακριβώς με την έννοια που «η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα δύο φορές – τη πρώτη σαν τραγωδία, τη δεύτερη σαν φάρσα». Μια «νέα» «αριστερά των εθνικολαϊκών μετώπων». Και πάλι, αυτή η αριστερά επιδίδεται, για μια ακόμα φορά, στην παράδοση εθνικών πιστοποιητικών και ξεπλύματος. Σε πλειοδοσία εθνικοπατριωτισμού. Στο ανελέητο γλείψιμο αυτού του μεσαίου χώρου, τρέχοντας από πίσω του, προτείνοντας γελοίες «παραγωγικές ανασυγκροτήσεις», ξεφτιλισμένες «λαϊκές εξουσίες», ψεκασμένα «κυριαρχικά δικαιώματα». Αυτού του μεσαίου χώρου που μπορεί να συναγελάζεται το ίδιο εύκολα με τους χίπστερ της Καρύτση και τους γλόμπους του σταθμού Λαρίσης, ανάλογα το event.

Αυτή  η «αριστερά», από το ΚΚΕ μέχρι τη ΛΑΕ, ανάλογα με τις διαβαθμίσεις της ιστορίας και των αγώνων της, δεν είναι πια τίποτα άλλο παρά η ουρά ενός εθνικού σχεδίου διαταξικής εφόδου του ελληνικού κράτους στη «Ζώνη Ευθύνης» του: Βαλκάνια, ΝΑ Μεσόγειο, Β. Αφρική. Παρέα με το ΝΑΤΟ, αρκεί να το καταγγέλλουμε, την ΕΕ, αρκεί να τη φτύνουμε, και τον «ρεαλισμό της ανάπτυξης», αρκεί να προσπαθούμε να τον περιγράφουμε σοσιαλιστικά.

Αντί να έχουμε λοιπόν ονειρώξεις για τους ανεπίστρεπτα εθνικιστές, τύπου ΛΑΕ και ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και τους ανεπίστρεπτα «πατριώτες», τύπου ΚΚΕ, που απέναντι στο τσάκισμα των μεταναστών σε όλη τη Β. Ελλάδα, το κλείσιμο των συνόρων για τους αποκλεισμένους, την αδιανόητη ανεργία σε όλη την περιοχή την ώρα που ελληνικές επιχειρήσεις κάνουν πάρτι στα Σκόπια και το Τέτοβο, καλό είναι να τραβήξουμε διεθνιστική προλεταριακή διαχωριστική γραμμή. Να μην επαναλάβουμε λάθη που οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες στα ξερονήσια και δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες στο χώμα.

Στις ιστορικές αναγωγές, δυο χοντρικά γραμμές της αριστεράς υπάρχουν: 

1) οι μεταλλάξεις της σοσιαλδημοκρατίας, που κατάγονται από το SPD και τα Freikorps του ή το γαλλικό ΚΚ και τη στήριξή του στον πόλεμο της Αλγερίας του Ντε Γκωλ, και 

2) οι διαδοχικές α-συνέχειες των κομμουνιστών/τριών του εργατικού-αντιπολεμικού κινήματος, που κατάγονται από τη ρώσικη επανάσταση και τη γραμμή μετατροπής του εθνικού/ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, τον ισπανικό εμφύλιο και τους ένοπλους εργάτες της Καταλονίας του ’36, τους Παλαιούς Πολεμιστές το ’22 και τις εξεγέρσεις φαντάρων και ναυτών στη Μέση Ανατολή το ’44. Από τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, το Μάη του ’68 και τον Ιταλικό Μάη του ’70.

Αν η δεύτερη γραμμή ηττήθηκε πολλές φορές, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η πρώτη άνοιξε – μερικές φορές ακόμα και συνειδητά – το δρόμο, όχι μόνο στην ήττα της δεύτερης, αλλά, στο φασισμό και τον εθνικισμό. Όλα για να βρει μια αριστερή θέση στην ιστορική συνέχεια του κράτους.

Αυτή, μάλλον, είναι η «συσσώρευση των ερειπίων» για την οποία μιλούσε ο Μπένγιαμιν. Γι’ αυτή τη συσσώρευση ηττών σήμερα πρέπει να πάρουμε εκδίκηση.

Τρία πράγματα χρειάζονται καταρχήν, ως εσωτερικές προϋποθέσεις ενός επαναστατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος:

ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΡΙΑ

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ  | ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ

Μανώλης Ψ.

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Δείτε επίσης

Για τους ναυτιλομένους του “Τιτανικού”!

«Πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο χαρούμενα να παίζουν οι ορχήστρες  του Τιτανικού! Να κρατήσουν οι …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *