Παρασκευή , 19 Απρίλιος 2019
Αρχική / 21ος ΑΙΩΝΑΣ / ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ / R. D. Laing – Η πολιτική της οικογένειας

R. D. Laing – Η πολιτική της οικογένειας

lahg-1

Από το βιβλίο του Ρόναλντ Λαίνγκ,”Η πολιτική της οικογένειας” (Εκδ. Καστανιώτη, Σύγχρονη ψυχαναλυτική βιβλιοθήκη,1975) – 

Είτε η αντιψυχιατρική θα αναληφθεί από μια μαζική πρακτική η οποία θα τροποποιήσει ριζικά τις συμπεριφορές και τις σχέσεις εξουσίας στην καθημερινή πρακτική,είτε θα παραμείνει αυτό το οποίο ακόμη είναι, από τη δύναμη της περίστασης: ένα λογοτεχνικό φαινόμενο και ως τέτοιο, έχει ήδη ανακτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πιο ρεφορμιστικές, μέχρι και αναχρονιστικές τάσεις… Ο Λαίνγκ είναι διαιρεμένος μέσα στον εαυτό του: επαναστάτης όταν έρχεται σε ρήξη με την ψυχιατρική πρακτική,το γραπτό του έργο διαφεύγει από εκείνον και παρά τον ίδιο, χρησιμοποιείται για σκοπούς ξένους προς τις επιδιώξεις του. (Felix Guattari,Chaosophy,σελ. 126,”laing divided”)

Ο Λαίνγκ είναι αναμφισβήτητα από τους πιο αποφασισμένους στην προσπάθεια να καταστραφεί η ψυχιατρική. Έχει περάσει τα τείχη του ασύλου, αλλά φαίνεται ότι έχει παραμείνει φυλακισμένος σε άλλα τείχη, αυτά που φέρει εντός του… Δεν συμβιβάζεσαι με τον Οιδίποδα – όσο δεν επιτίθεσαι με το κεφάλι εμπρός σε αυτόν τον ουσιαστικό μηχανισμό καπιταλιστικής καταστολής, δεν θα μπορέσεις να προκαλέσεις σημαντικές αλλαγές στην οικονομία της επιθυμίας και κατά συνέπεια στο καθεστώς της τρέλας. (chaosophy,σελ. 132,”mary barnes’s trip”)

 

despair-2

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΓΥΡΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ (σελ. 58-74) [1]

Ι

 Όταν αναφερόμαστε στο πρόβλημα της καταγωγής της σχιζοφρένειας θα εξυπηρετούσε πολύ αν καταλήγαμε στο τι είναι η σχιζοφρένεια. Μια προσεκτική όμως μελέτη των εργασιών που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο αφήνει αμφιβολίες,αναφορικά με το αν συμφωνούμε για το ποιο είναι αυτό το πράγμα του οποίου αναζητάμε την καταγωγή.
Δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος όταν χρησιμοποιώ τον όρο σχιζοφρένεια. Το να τον απαλείψω όμως από το λεξιλόγιο μου θα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο προσωπική ιδιοτροπία,εφόσον τον έχουν στο στόμα τους τόσο πολλοί.
Οι περισσότεροι ίσως και όλοι οι ομιλητές φαίνονται να παραδέχονται απροκάλυπτα ή σιωπηλά αυτό που εγώ θεωρώ απλώς εικασία: συγκεκριμένα ότι η “σχιζοφρένεια” είναι μια κατάσταση που βασανίζει άτομα που στη διάγνωση διαπιστώθηκαν ότι είναι σχιζοφρενή. Η άποψή τους δίνει την εντύπωση πως για τα άτομα αυτά έχει γίνει διάγνωση ότι είναι σχιζοφρενή για το λόγο ότι υποφέρουν από σχιζοφρένεια. Το πρόβλημα της καταγωγής της σχιζοφρένειας έγκειται λοιπόν στο να ανακαλύψουμε γιατί μερικοί άνθρωποι πάσχουν από αυτή την κατάσταση ενώ άλλοι όχι.
 

Αυτή η θέση ενέχει πολλές δυσκολίες. Κατά πόσο κάποιος θεωρεί ότι αυτή η κατάσταση από την οποία πάσχουν οι σχιζοφρενείς είναι οργανικής, κοινωνικής, ψυχολογικής, γενετικής, χημικο-μοριακής ή ψυχοβιολογικο-κοινωνικής φύσης, πιστεύω ότι αφορά μια σχετική γενίκευση: ενώ από τη μια πλευρά όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι υπάρχει κάποια παθολογική κατάσταση που λέγεται σχιζοφρένεια κι από την οποία πάσχουν οι σχιζοφρενείς,από την άλλη υπάρχει μικρό ποσοστό συμφωνίας ως προς το ποια είναι αυτή η κατάσταση. Κάθε νοητός τύπος κατάστασης,από την κληρονομική-οργανική ως την κοινωνική-λειτουργική,καθώς και κάθε νοητό μείγμα όλων αυτών αποτελεί μια πρόταση προσδιορισμού της.

Με βάση τα παραπάνω,προτείνω να ακολουθήσουμε ένα βήμα προς τα πίσω και να ξεκινήσουμε από το ακόλουθο: η σχιζοφρένεια είναι η ονομασία μιας κατάστασης που οι περισσότεροι ψυχίατροι την αποδίδουν σε ασθενείς τους οποίους αποκαλούν σχιζοφρενείς. Αυτός ο προσδιορισμός είναι ένα σύστημα απόδοσης χαρακτηρισμών που έχει μια μεταβλητή εσωτερική συνέπεια και που κατά κύριο λόγο είναι εξευτελιστικός. Μέσα στην ολοφάνερη βαθιά σύγχυση εμφανίζεται συχνά σαν ένα μείγμα κλινική-ιατρικής-βιολογικής- ψυχαναλυτικής ψυχιατρικής φρασεολογίας που συναγωνίζεται αυτή των σχιζοφρενών.
 

Όσοι χρησιμοποιούν τον όρο σχιζοφρένεια σαν ονομασία για να περιγράψουν την παθολογική κατάσταση μερικών ατόμων, ξεπέφτουν σε μια αυταπόδεικτη εξήγηση που αφορά το γιατί κάνουν κάτι τέτοιο,στην περίπτωση που δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση του όρου για να χαρακτηρίσουν μια παθολογική κατάσταση απ’ την οποία πάσχει ο ασθενής μόνο και μόνο γιατί υποφέρει προφανώς από κάποια παθολογική κατάσταση,οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή.
Πράγμα που προτείνει τη διεξαγωγή ερευνών για την καταγωγή της σχιζοφρένειας — ερευνών που είναι σαν το κυνήγι ενός λαγού που τα ίχνη του βρίσκονται μεσ’ το μυαλό των κυνηγών. Κάτω από ποιες περιστάσεις εμφανίζεται ο χαρακτηρισμός σχιζοφρένεια; Γιατί και πώς διαιωνίζεται η εφαρμογή του,από ποιόν σε ποιόν,κάτω από ποίες συνθήκες; [2] Ποιες διαπροσωπικές και ομαδικές λειτουργίες εξυπηρετεί; Τι θα συνέβαινε αν απορρίπταμε αυτό το σύνολο χαρακτηρισμών;
 

Ένας άλλος τύπος διάζευξης ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα όντα,που το ένα είναι ψυχίατρος και το άλλο ο ασθενής,αποτελεί το τελικό γεγονός και όχι την καταγωγή του χαρακτηρισμού σχιζοφρένεια. Σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι υποθέτουν πολλοί από μας, η θεσμοποίηση αυτού του χαρακτηρισμού σε σύνολο οργανωμένων τρόπων συμπεριφοράς από μέρους των ψυχιάτρων,των νοσοκόμων των ψυχιατρικών ιδρυμάτων,των κοινωνικών λειτουργών,των μελών της οικογένειας,και άλλων προκαλεί (παρακινεί) μεγάλο μέρος των συνεπέστερα προσδιορισμένων συνακόλουθων τρόπων συμπεριφοράς,τόσο της οξείας όσο και της χρόνιας σχιζοφρένειας που τείνουν να επιβεβαιώνουν την αρχική διάγνωση σε πολλές περιπτώσεις. [3]

Η έρευνα για την καταγωγή της σχιζοφρένειας απαιτεί να ξεκινήσουμε από την αρχή: να βάλουμε κατά μέρος όλες τις προϋποθέσεις και να σκεφτούμε ποια είναι αυτή η επεκτεινόμενη σπειροειδής σειρά πολλαπλών εντεινόμενων διαζεύξεων και αμοιβαία εκτεταμένης αλλοτρίωσης,σύμφωνα με την οποία ένα ανθρώπινο ον βάζει τελικά το θερμόμετρο στο στόμα και στον πρωκτό ενός άλλου για να συλλέξει τα στοιχεία που θα περιγράψουν την ασυνήθιστη συμπεριφορά του. Δεν αρκεί μια ολόκληρη ζωή για να φτάσει κανείς στην κατάσταση που περιέγραψε ο Δρ. Shakow στο συνέδριο: ένας άντρας ζητάει από έναν άλλον να αφαιρέσει το εφτά από το εκατό,οπότε αυτός απαντάει: “δεν πιστεύω σε τίποτε που γίνεται τα μπρος πίσω”. Λέγοντάς το αυτό,ο δεύτερος (ο ασθενής) επιβεβαιώνει τον πρώτο (τον ψυχολόγο) για τη διάγνωση που έχουν ήδη κάνει οι ψυχίατροι συναδέλφοι του.

Μόλις τώρα αρχίζουμε να σκαλίζουμε την επιφάνεια της καταβολής του ιδιαίτερου αυτού συστήματος χαρακτηρισμών μιας αρρώστιας που αποδίνεται σ’ ένα μέλος του κοινωνικού συστήματος. Όχι μόνο πρέπει να αναρωτηθούμε πώς και γιατί σε ορισμένες κοινωνικές περιστάσεις είναι σκόπιμο,ακόμη και φαινομενικά αναπόφευκτο,να θεωρήσουμε ένα μέλος του κοινωνικού δικτύου σαν υποκείμενο μιας ασθένειας που λέγεται σχιζοφρένεια,αλλά επιπλέον πρέπει να σκεφτούμε και το εξής: μέχρι ποιό βαθμό μια συμπεριφορά που έχει διαγνωστεί σαν σχιζοφρενική μπορεί να γίνει καταληπτή όταν τοποθετείται μέσα στα πλαίσια της αρχικής κοινωνικής κατάστασης όπου και ανήκει;
Αυτό δε σημαίνει πως η συμπεριφορά του ατόμου για το οποίο πρόκειται να γίνει διάγνωση ότι υποφέρει από αυτή την κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με την αιτιολογία της σχιζοφρένειας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συμπεριφορά του ή η συμπεριφορά της,που προκαλεί το χαρακτηρισμό είναι ένας από τους πολλούς αιτιολογικούς παράγοντες που συντείνουν στη γένεση της σχιζοφρένειας. Η συμπεριφορά του είναι μια από τις “αιτίες” της “σχιζοφρένειας”. Αυτή όμως η ατέλειωτη σπειροειδής σειρά της κοινωνικής συναλλαγής δεν αρχίζει αλλά ούτε και τελειώνει εκεί.
Αναφερόμαστε στην επόμενη κίνηση της σπείρας όταν αναρωτιόμαστε: μέχρι ποίο σημείο “προκαλεί” η “σχιζοφρένεια” τη συνακόλουθη συμπεριφορά του; Ή αν προτιμάτε: μέχρι ποιο σημείο είναι ιατρογενής η συμπεριφορά που τυπικά θεωρείται σαν πιο προχωρημένη σχιζοφρένεια;
Υπόθεση: αυτό το σύνολο προσδιορισμών που αναφέρονται σ’ ένα άτομο,κι αυτή η “παρακίνηση” στο ρόλο του σχιζοφρενή,παράγει από μόνο του κατά μεγάλο ποσοστό τη συμπεριφορά που έχει ταξινομηθεί σαν “συμπτωματολογία” της σχιζοφρένειας.

Πείραμα: Πάρτε μια ομάδα φυσιολογικών ατόμων,την ομάδα Ν (έχοντας σα βάση κοινά κριτήρια). Συμπεριφερθείτε τους σαν να ήταν σχιζοφρενείς.
Πάρτε μια ομάδα σχιζοφρενών που βρίσκονται σε “πρώιμο στάδιο”,την ομάδα Χ (έχοντας σα βάση κοινά κριτήρια). Συμπεριφερθείτε τους σαν να ήταν φυσιολογικοί.

Πρόβλεψη: Πολλά άτομα της ομάδας Ν θα αρχίσουν να εμφανίζουν τα κοινά κριτήρια της σχιζοφρένειας. Πολλά από τα άτομα της ομάδας Χ θα αρχίσουν να εμφανιζουν τα κοινά κριτήρια του φυσιολογικού.
Πείραμα: Πάρτε μια ομάδα σχιζοφρενών σε “πρώιμο στάδιο”,1. συμπεριφερθείτε τους σαν να ήταν τρελοί,2. συμπεριφερθείτε τους σαν να ήταν υγιείς.

Πρόβλεψη: Στην περίπτωση 1 η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας θα είναι πιο μεγεθυμένη,στην περίπτωση 2 η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας θα έχει ελαττωθεί κατά πολύ.

Ένα τέτοιου είδους πείραμα είναι εφικτό και απ’ όσο ξέρω δεν έχει ξαναγίνει. Τί περίεργο. [4] Παρόλα αυτά,ανεπίσημα οι “προβλέψεις που αναφέρονται” πιο πάνω είναι οι μεταβλέψεις που αποκόμισα από εμπειρίες μου σ’ αυτόν τον τομέα τα τελευταία είκοσι χρόνια,εμπειρίες που τις συμμερίζονται και πολλοί άλλοι.
Θα μας είναι δύσκολο να μελετήσουμε τις καταβολές της σχιζοφρένειας,αν περιορίσουμε την έρευνά μας σε καταστάσεις όπου ο χαρακτηρισμός σχιζοφρένεια και όλα όσα συνεπάγεται έχουν ήδη συμβεί.

ΙΙ

Υπάρχουν τουλάχιστον τρία προβλήματα κλειδιά: δειγματοληψία,περίγυρος και μέθοδος. Το καθένα απ’ αυτά αξίζει να συζητηθεί ξεχωριστά και σε έκταση. Συνεχίζοντας θα προσπαθήσω να θίξω απλώς μερικά θέματα στην προσπάθειά μου να παραθέσω ορισμένες από τις κατευθύνσεις της έρευνας που ακολουθήσαμε στο Λονδίνο. Στο τελευταίο μέρος θα ξαναγυρίσω στο άτομο,κάτω όμως από το φως των μελετών μας για τον κοινωνικό περίγυρο και θα προτείνω δύο αποσπάσματα θεωρίας για να καταλάβουμε τι συμβαίνει.
Προσπαθήσαμε να πάρουμε δείγματα συμπεριφοράς από μια μελέτη πολλαπλών κοινωνικών περίγυρων, με μια μέθοδο κοινωνικής φαινομενολογίας.
despair-1

1. Επεκτάσεις των οικογενειακών μελετών

Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε μέχρι ποίο βαθμό ο σχιζοφρενής που έχει διαγνωστεί σαν τέτοιος, αποτελεί ένα καταληπτό μέρος του οικογενειακού του περίγυρου, όπως και οι άλλοι από τους οποίους αποτελείται. Η έμφαση δε δόθηκε τόσο πολύ στη δημιουργία μιας τυπολογίας των οικογενειακών δομών, όσο στην απομυθοποίηση καταστάσεων που, απ’ ό,τι ανακαλύψαμε,ήταν εξαιρετικά μυθοποιημένες. [5] Συγκρίναμε αυτές τις καταστάσεις με το τι συμβαίνει στις “φυσιολογικές” οικογένειες.
 

Όλοι όσοι έχουν μελετήσει επισταμένα τις οικογένειες των σχιζοφρενών συμφωνούν ότι πολύ μεγάλο μέρος, ή ακόμη και στο σύνολό της,η φαινομενική ανορθολογικότητα του ατόμου ανακαλύπτει την ορθολογικότητά της στον αρχικό οικογενειακό περίγυρο. Η οικογένεια σα σύνολο εμφανίζεται τώρα ανορθολογική. Η ανορθολογικότητα της οικογένειας θα βρει τη δική της ορθολογικότητα όταν τοποθετηθεί στο δικό της περιέχον (περίγυρο),και ούτω καθεξής… κατά πάσα πιθανότητα διαμέσου μετα-μετα-μετά… περιεχόντων (περίγυρων),έως ούτε καταλήξει κανείς στον περίγυρο όλων των κοινωνικών περιεχόντων περίγυρων, στο Ολικό Παγκόσμιο Σύστημα (Ο.Π.Σ.). Ένα τέτοιο πράγμα μπορεί να φανεί αρκετά ορθολογικό,αλλά ενδέχεται να ανακαλύψει την ορθολογικότητά του σ ένα περαιτέρω μεταπεριέχον (μεταπερίγυρο) για το οποίο έχουμε απλώς κάποια αόριστη ιδέα.
Όπως και να είναι τα πράγματα,έχουμε προχωρήσει ως το σημείο να μελετήσουμε όχι μόνο τις ενδοοικογενειακές λειτουργίες,αλλά και τις διοικογενειακές σχέσεις καθώς και την αλληλενέργεια που ξεπερνάει τα οικογενειακά όρια και που αφορά τα εξωοικογενειακά δίκτυα. O Speck στη Φιλαδέλφεια έχει προχωρήσει σ’ αυτού του είδους την εργασία πολύ μακρύτερα από οποιονδήποτε άλλον προς το παρόν (απ’ ό,τι είμαι σε θέση να ξέρω). [6] Έχει αναφερθεί σε μια αξιοσημείωτη περίπτωση μακροχρόνιας συμβίωσης ανάμεσα σε μητέρα και γιο (που είναι 20 χρονών,ο πατέρας πέθανε λίγο μετά τη γέννηση του,δεν υπάρχουν αδερφοί ή αδερφές) και η μητέρα κι ο γιος δεν είχαν σχεδόν καμία επαφή με άλλους. Η στρατηγική του Speck συνίστατο στην ανασύσταση του δικτύου που είχε εγκαταλείψει η μητέρα τα τελευταία 20 χρόνια,συγκεντρώνοντας τελικά σε μια συνάντηση πάνω από 35 ανθρώπους που αντιπροσώπευαν στοιχεία από εφτά οικογένειες-πυρήνες. Δεν “έκανε αρωγή” στο γιο ή στη μητέρα ατομικά ή σα δυάδα,αλλά ασχολήθηκε με ολόκληρο το δίκτυο. Εκτεταμένες και επιτασμένες μεταβολές παρατηρήθηκαν σ’ ολόκληρο το δίκτυο,ανάμεσα σ’ αυτές κι η διάλυση της συμβίωσης μητέρας-γιου καθώς και οι δύο ασχολήθηκαν για πρώτη φορά έπειτα από είκοσι χρόνια με τις αμφίπλευρες σχέσεις του δικτύου.

Οδηγηθήκαμε ακόμα και στη μελέτη αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν μικρο-ιστορικοί μετασχηματισμοί και που επεκτάθηκαν σε αρκετές γενιές μικρών κοινωνικών δικτύων,ιδιαίτερα σε οικογένειες. Αυτό το πεδίο καλύπτει μια περιοχή από την ατομική βιογραφία ως την πλατύτερης κλίμακας ιστορία. Πρόκειται για ένα χώρο που κατά περίεργο τρόπο έχουν παραγνωρίσει κοινωνιολόγοι,ανθρωπολόγοι και ιστορικοί.

2. Το “αντινοσοκομείο”

Ο Δόκτωρ David Cooper είχε την ευθύνη για τη δημιουργία μέσα στο Νοσοκομείο Σένλεϋ αυτού που αποκάλεσε “Αντι-Νοσοκομείο” σε μια από τις πτέρυγες όπου φιλοξενήθηκαν είκοσι περίπου νεαροί σχιζοφρενείς. Στην έκθεσή του [7] μας περιγράφει ένα μέρος αυτού του πειράματος που τέλειωσε το 1966. Με λίγα λόγια,μέσα σ’ αυτή την υποκουλτούρα όπου δε γινόταν σαφής διάκριση των ρόλων προσωπικό-ασθενής,η Βίλα 21 έγινε μάλλον κάτι σα νοικοκυριό,χωρίς να υπάρχει “προσωπικό” που βάζει τους “ασθενείς” στο κρεβάτι, τους σηκώνει, τους δίνει το φάρμακό του κλπ. Δεν μπορούσε πια να γίνει σαφές ποιός – αν υπήρχε κάποιος – “κουράρισε” ποιον και για ποιο λόγο, εφόσον δεν υπήρχε πια τέτοια διάκριση,ή δεν ετίθετο καν θέμα για το ποιος ήταν υγιής και ποιος τρελός.

3. Η μελέτη της αυτοβιογραφίας και της ζωής

Περισσότερο άτομα απ’ όσα ίσως υποψιαζόμαστε περνάνε εμπειρίες που δε θα τους επιτρεπόταν να αποκαλύψουν αν επρόκειτο να συμβουλευτούν γι’ αυτές έναν ψυχίατρο. Ο Bateson έχει επιστήσει την προσοχή σε μια τέτοια περίπτωση που παρουσιάζει εξαιρετικό θεωρητικό ενδιαφέρον. [8] Διαθέτουμε έναν αυξανόμενο αριθμό ντοκουμέντων που δεν έχουν δημοσιευτεί μέχρι τώρα και που αφορούν άτομα που έχουν κατορθώσει να περάσουν από όλων των ειδών τους μετασχηματισμούς,χωρίς καμιά αναστολή.

4. Νοικοκυριά

Ήδη από το 1964 τα νοικοκυριά έχουν αρχίσει να λειτουργούν στο Λονδίνο [9] και διευθύνονται από αυτούς που συμμετέχουν. Έχουν κατοικήσει σ’ αυτά πάνω από εκατό πενήντα άτομα. Δεν υπάρχει προσωπικό ή ασθενείς, κανείς δεν είναι ψυχίατρος αλλά και κανείς σχιζοφρενής. Αυτό το πείραμα (που διαρκεί ακόμη) απέδειξε συμπερασματικά ότι πολλοί που συμπεριφέρονται αλλού με τυπικά σχιζοφρενείς τρόπους, συμπεριφέρονται διαφορετικά σ’ αυτά τα νοικοκυριά. Ό,τι εκτυλίσσεται εκεί είναι τόσο ανθρώπινο αντίθετα απ’ ό,τι περίμεναν πολλοί,όσο και από άλλη άποψη, παράξενο και πρωτόφαντο. Και στις δύο περιπτώσεις ακόμα και το πιο φιλελεύθερο ψυχιατρείο περιορίζει τις “δυνατότητες συγκυρίας” που ανοίγονται τόσο στο προσωπικό όσο και στους ασθενείς. Σ’ αυτά τα νοικοκυριά υπάρχουν κανονισμοί,δεν υπάρχει όμως κανένας κανονισμός ενάντια στους κανονισμούς, παρά μόνο ένας που καθορίζει ότι οι κανονισμοί επιδέχονται εξέταση και αναθεώρηση. Μερικά από τα άτομα που έζησαν στα νοικοκυριά,και που είχαν μεγαλώσει σύμφωνα με οικογενειακά συστήματα που διέπονταν από πραγματικά ιδιότροπα σύνολα κανονισμών,έχουν ειδικευτεί στο να ξετρυπώνουν κρυμμένους μετακανονισμούς από τη στιγμή που βρίσκονται σ’ ένα μέρος που ανακαλύπτουν ότι αυτή η δραστηριότητα εκτιμάται.

ΙΙΙ

Μπορεί να βρίσκεται κανείς σε ψυχική ανάταση ή κατάπτωση,να είναι εξωφρενών, να προχωρεί μπροστά, να βγαίνει ή να εισχωρεί, να κινείται σε κύκλους,να κάνει πίσω ή να μένει ακίνητος. Για αυτές τις κινήσεις, ιδιαίτερα για τις δύο τελευταίες,υπάρχει η τάση να χαρακτηρίζονται σαν σχιζοφρένεια. Ίσως η κίνηση που περιβάλλεται από τα περισσότερα ταμπού είναι το να επιστρέφει κανείς προς τα πίσω (παλινδρόμηση) και παρά τα όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτή,κατά τη γνώμη μου έχουν γίνει ελάχιστα κατανοητά.
Στη Βίλα 21 του Cooper καθώς και στα νοικοκυριά μας το κίνημα αυτό δεν έχει σταματήσει. Στην περίπτωση που θα του επιτραπεί να συνεχίσει,αποκαλύπτεται μια διαδικασία που μοιάζει με μια φυσική ακολουθία με αρχή, μέση και τέλος. Αντί ν’ ασχοληθώ με τις παθολογικές εννοιολογικές αποχρώσεις που περιβάλλουν όρους όπως “οξεία σχιζοφρενική κατάρρευση”, προς το παρόν θα ορίσω απλώς αυτή την υποθετική ακολουθία σαν Χ.
Κάνοντας μια αναδρομή,τα άτομα που έχουν περάσει αυτή την εμπειρία Χ την περιγράφουν συχνά σα μια κίνηση προς τα μέσα, προς τα κάτω, προς τα πίσω, που τείνει προς το ναδίρ και μετά βγαίνει προς τα έξω ακολουθώντας ανοδική πορεία,προχωρώντας προς τα εμπρός μέσα στον κόσμο. [10]
Δεν έχω δει ποτέ αυτή την ακολουθία Χ να κάνει κάτι περισσότερο από το να ξεκινάει απλώς μέσα σε μια οικογένεια και πολύ σπάνια μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο. Στα νοικοκυριά μας είδα αυτή την ακολουθία να διαγράφει μια τροχιά και να καταλήγει σ’ αυτό που οι ψυχίατροι θα αποκαλούσαν αποθεραπεία χωρίς φάρμακα, ηλεκτροσόκ ή τυπική ψυχοθεραπεία και από εκεί που διαρκούσε λίγες ώρες να διαρκεί πάνω από ένα χρόνο σε σημείο να γίνεται επιδρομή διαμέσου αρχετυπικών μορφών με πολλές μεταπτώσεις.
Δίνει την εντύπωση μιας ακολουθίας θανάτου-αναγέννησης,που αν ξεπεραστεί με επιτυχία, το άτομο επιστρέφει στον κόσμο έχοντας την αίσθηση του νεογέννητου,του αναζωογονημένου και του ολοκληρωμένου, ενεργώντας σ’ ένα επίπεδο λειτουργίας υψηλότερο από πριν. Έχω εκθέσει αυτό το ταξίδι και αλλού [11] αν και παντού δεν κατόρθωσα να δώσω τίποτα παραπάνω από σχεδιάσματα.
Κατά παράδοξο τρόπο πολλά άτομα,που τους έχει γίνει διάγνωση ότι είναι σχιζοφρενείς,είναι ανίκανα να κάνουν αυτό το ταξίδι είτε γιατί εμποδίζονται από τη θεραπεία είτε γιατί έχουν αναστολές. Είναι πλήρως ακινητοποιημένα και μπερδεμένα σ’ έναν πολύπλοκο εσωτερικό και εξωτερικό κόμπο αντιφατικών,παράδοξων χαρακτηρισμών και προσταγών. Οι άνθρωποι μεταφέρονται συχνά από τον άθλιο,μυθοποιητικό περίγυρο των οικογενειών τους στον εξίσου άθλιο και όχι λιγότερο μυθοποιητικό περίγυρο του ψυχιατρείου,χωρίς να έχει συμβεί οποιαδήποτε υπαρξιακή αλλαγή. [12]
Τόσο οι οικογένειες τους όσο και το νοσοκομείο τούς εμποδίζουν να πορευτούν προς μια οδό Χ που θα ήταν μια πιθανή διέξοδος από το περίτεχνο πέδικλο στο οποίο βρίσκονται. Ενδέχεται την αρχή της διαδικασίας Χ να τη φοβούνται όλοι,ακόμα και ο ασθενής. Θεωρείται συχνά σαν απαρχή της σχιζοφρενικής ασθένειας ενώ μπορεί να είναι και η πιθανή απαρχής της ίασης. Θεραπεύεται με κούρα ηρεμιστικών, ψυχρολουσίες, ηλεκτροσόκ κλπ. Αν αυτή η διαδικασία Χ επιβεβαιωθεί από άλλους ότι είναι αυτό που υποψιάζομαι πως είναι,δηλαδή μια πηγή ίασης που προσφέρεται σ’ αυτά ακριβώς τα άτομα που η θεραπεία τους συνίσταται στο να τους αρνούνται αυτή τη δυνατότητα,τότε υπάρχει μια τραγική και συνάμα ειρωνική παρεξήγηση.
Σ’ αυτό το τμήμα του βιβλίου θα σκιαγραφήσω κατά κάποιον τρόπο τον κόσμο στον οποίο ήταν μπλεγμένος ένας νεαρός είκοσι τριών χρόνων όταν τον είδα για πρώτη φορά. Τον παρουσιάζω σαν ένα παράδειγμα της εσωτερίκευσης μιας οικογενειακής κατάστασης που αφορούσε πολλές γενιές,όπως τη διαπίστωση σε αρκετά άτομα  και που εξακολουθεί να καταλήγει σε διάγνωση σχιζοφρένειας. Εδώ πρόκειται να κάνω μια τεράστια απλούστευση.
Έχει την εξής εμπειρία για τον εαυτό του:

Δεξιά πλευρά: αρσενική
Αριστερή πλευρά: θηλυκή
Η αριστερή πλευρά νεαρότερη από τη δεξιά
Οι δύο πλευρές δε συναντιόνται.
Και οι δυο πλευρές είναι σάπιες και σαπίζει μαζί τους μέχρι τον πρόωρο θάνατό του.

Από ψυχανάλυση και άλλες πληροφορίες ανακάλυψα τα εξής:

Η μητέρα του και ο πατέρας του χώρισαν όταν ήταν πέντε χρονών.
Η μητέρα του τού έλεγε ότι έμοιαζε στον πατέρα του.
Ο πατέρας του τού έλεγε ότι έμοιαζε στη μητέρα του.
Η μητέρα του τού έλεγε ότι ο πατέρας του δεν ήταν πραγματικός άντρας.
Ο πατέρας του τού έλεγε ότι η μητέρα του δεν ήταν πραγματική γυναίκα.
Για τον Πώλ και οι δύο είχαν δίκιο.
Ως εκ τούτου,από τη μια μεριά (ή όπως θα έλεγε εκείνος από τη δεξιά του πλευρά) ήταν ένας θηλυκός ομοφυλόφιλος και από την άλλη (την αριστερή του πλευρά) μια αρσενική λεσβία.
Ο πατέρας της μητέρας του (ΠΜ) πέθανε λίγο μετά τη γέννηση του Πώλ. Η μητέρα του Πώλ έλεγε ότι έμοιαζε στον πατέρα της. Το θέμα όμως του πραγματικού ή του μ-ηπραγματικού αντανακλούσε στην οικογένειά του για πολλές γενιές.
Η μητέρα της μητέρας του (ΜΜ) δε θεωρούσε τον άντρα της (Π) πραγματικό άντρα.
Ούτε όμως και ο πατέρας της μητέρας του (ΠΜ) θεωρούσε τη γυναίκα του (ΜΜ) πραγματική γυναίκα.

Διαμέσου της μητέρας του, ο Πωλ νόμιζε ότι ο πατέρας της (ο παππούς του Πωλ) ταυτιζόταν με της μητέρας του (της προ-προγιαγιάς του Πωλ) την ταύτιση με του πατέρα της (του προ-προπάππου του Πωλ) τη σχέση με τη γυναίκα του (την προ-προγιαγιά του Πωλ).
Διαμέσου του πατέρα του, ο Πωλ νόμιζε ότι ο πατέρας του πατέρα του ταυτιζόταν με της μητέρας του (της προ-προγιαγιάς του Πωλ) την ταύτιση με του πατέρα της (του προ-προπάπου του Πωλ) την ιδεώδη γυναίκα.
Όταν κάνουμε κάποια σοβαρή απόπειρα να σκεφτούμε μέσα στα πλαίσια ενός οικογενειακού συνόλου που αφορά τρεις γενιές η κατάσταση περιπλέκεται σχεδόν αφόρητα.
Οι μεταλλαγές [13] της οικογενειακής μόνο ταυτότηας είναι τρομακτικές. Για παράδειγμα: πάρτε έναν άντρα και μια γυναίκα, τον Τζακ και την Τζιλ. Ο Τζακ είναι ο σύζυγοςο πατέρας,ο παππούς,ο γιος. Η Τζιλ είναι η σύζυγος, η μητέρα, η γιαγιά, η κόρη. Αν αποκτήσουν γιο κι αυτός παντρευτεί και κάνει μια κόρη,η Τζιλ γίνεται τελικά εγγονή,κόρη,αδερφή,σύζυγος,μητέρα,γιαγιά,ανηψιά,ξαδέρφη κλπ. κλπ.
Σε μια οικογένεια τα άτομα ορίζονται από ένα όνομα: Τζιλ, από αντωνυμιακές μεταλλαγές: αυτή, εγώ,ε σύ κλπ., ή από μεταλλαγές του οικογενειακού ρόλου όπως κόρη, σύζυγος, μητέρα, πεθερά, γιαγιά. Αυτές οι μεταλλαγές οικογενειακών ρόλων είναι ό,τι η Τζιλ -με τα προσωπεία των άλλων- είναι ως προς αυτό ή προς εκείνο ή προς εκείνους τους άλλους ή ως προς τον εαυτό της. Για να γίνει εφικτή η συνολική οικογενειακή της ύπαρξη,αυτές οι μεταλλαγές πρέπει να απαρτίσουν ένα συναρτημένο σύνολο.
Ένα άτομο είναι κατά μία έννοια ένα σύνολο σχέσεων,καθώς και σχέσεις σχέσεων και σχέσεις με σχέσεις.

[…]

Ας θεωρήσουμε τη σχέση του Α προς τον εαυτό του. Υπάρχει η σχέση του Α προς τον εαυτό του σα γιος,καθώς και η σχέση του Α προς τον εαυτό του σαν πατέρας. Θεωρείστε τώρα τη σχέση ανάμεσα στη σχέση του Α προς τον εαυτό του σε σχέση με τον πατέρα του και με τη σχέση του πατέρα του προς αυτόν,καθώς και τη σχέση του Α προς τον εαυτό του σε σχέση με τη σχέση του προς το γιο του και τη σχέση του γιου του προς αυτόν.

Στη σχέση κάθε ανθρώπου προς τον εαυτό του μεσολαβούν οι σχέσεις μεταξύ των σχέσεων που αποτελούν το σύνολο των σχέσεων που έχει με τους άλλους.
Ας προχωρήσουμε λίγο. Έχουμε τη σχέση του Α με τον πατέρα του και τη σχέση του Α με τη μητέρα του. Η σχέση του Α με τη σχέση του πατέρα του προς αυτόν. Η σχέση του Α με τη σχέση της μητέρας του προς τον πατέρα του. Επίσης η σχέση του Α προς τη σχέση του πατέρα του με τη δική του σχέση προς τη σχέση ανάμεσα στον πατέρα του και τη μητέρατου. Το πώς ο Α έρχεται σε σχέση με τη σχέση του γιου του προς τη σχέση του Α με τη γυναίκα του,έχει σχέση με το πώς ο Α είχε σχέση με το πώς ο πατέρας του είχε σχέση με τη σχέση του Α προς τη σχέση του πατέρα του με τη μητέρα του Α.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Πωλ. Η μητέρα του νόμιζε ότι μπορούσε να είναι καλύτερος σύζυγος και πατέρας από τον πατέρα του. Και ο πατέρας του νόμιζε ότι αυτός θα μπορούσε να ήταν καλύτερη σύζυγος και μητέρα από τη μητέρα του.
Σύμφωνα με τη γνώμη του για τη γνώμη της μητέρας του για τον πατέρα της,και κατά τη γνώμη της μητέρας του που αφορούσε τη γνώμη της μητέρας της για το δικό της σύζυγο· κατά τη γνώμη του πατέρα του για τη μητέρα του όπως και κατά τη γνώμη του πατέρα του για τη γνώμη του πατέρα του για τη δική του σύζυγο δεν υπήρξε ποτέ ούτε ένας πραγματικός άντρας ή μια πραγματική γυναίκα μέσα στην οικογένεια επί τέσσερις γενιές.
Ο Πωλ έχοντας εσωτερικεύσει αυτό το πολύπλοκο σύνολο σχέσεων των σχέσεων των σχέσεων,είναι δεμένος σ’ ένα κόμπο που τον έχει ακινητοποιήσει τελειωτικά.
Για να συνοψίσουμε: από τη δεξιά του πλευρά παίρνει από τη γνώμη του πατέρα του γι’ αυτόν που λέει ότι μοιάαζει στη μητέρα του,μια μη πραγματική γυναίκα και ένα ψεύτικο άντρα. Και από την αριστερή του πλευρά παίρνει από τη γνώμη της μητέρας τους γι’ αυτόν που λέει ότι παίρνει παίρνει από τον πατέρα του, μη πραγματικό άντρα και ψεύτικη γυναίκα. Όπως επίσης από τη δεξιά του πλευρά ταυτίζεται με τη γνώμη που έχει για τον πατέρα του και από την αριστερή ταυτίζεται με τη γνώμη του για τη μητέρα του. Επιπλέον, από τη δεξιά του πλευρά ταυτίζεται με το ότι η μητέρα του τον ταυτίζει με της μητέρας της τον ιδεώδη σύζυγο και πατέρα,ενώ από τον αριστερή πλευρά ταυτίζεται με το ότι ο πατέρας του τον ταυτίζει με του πατέρα του την ιδεώδη σύζυγο και μητέρα.
Το σώμα του ήταν ένα είδος μαυσωλείου,ένα βρυκολακιασμένο νεκροταφείο όπου περπατούσαν ακόμη τα φαντάσματα αρκετών γενεών ενώ σάπιζαν τα σάρκινα απομεινάρια τους. Η οικογένεια αυτή είχε θάψει τους νεκρούς της τον έναν μέσα στον άλλο. Τα παραπάνω δεν είναι παρά μια πολύ απλουστευμένη σκιαγράφηση ενός πολύπλοκου προτσές της ολοένα και περισσότερο βασανισμένης και βασανιστικής σεξουαλικής σύγχυσης που είχε δημιουργηθεί μέσα στην οικογενειακή δομή,που δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναλύσουμε εδώ.
Ο νεαρός αυτός ήταν μπερδεμένος σ’ ένα κόμπο· χρειάστηκαν τουλάχιστον τέσσερις,πιθανόν πέντε ή και περισσότερες γενιές για να δεθεί.

 

dark

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η έννοια σχιζοφρένεια είναι ένας ζουρλομανδύας που περιορίζει ψυχίατρους και ασθενείς. Μπορούμε να καταλάβουμε τί συμβαίνει αν βγάλουμε αυτό το ζουρλομανδύα. Έχει αποδειχτεί στον τομέα της εθολογίας [*] ότι οι παρατηρήσεις αναφορικά με τη συμπεριφορά των αιχμάλωτων ζώων δεν μας λέει τίποτε αξιοσημείωτο για τη συμπεριφορά τους όταν βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον. Ολόκληρος ο σημερινός μας πολιτισμός ενδέχεται να είναι μια αιχμαλωσία. Οι παρατηρήσεις όμως απ’ όπου άντλησαν ψυχίατροι και ψυχολόγοι με σκοπό να σχηματίσουν την κυρίαρχη εικόνα της σχιζοφρένειας,έχουν γίνει σχεδόν αποκλειστικά πάνω σε ανθρώπινα όταν που βρισκόντουσαν σε διπλή ή ακόμη και τριπλή αιχμαλωσία.
 Ο Άνθρωπος δε χρειάζεται πάντα κάγκελα στα κλουβιά του. Οι ιδέες είναι δυνατό να είναι κι αυτές κλουβιά. Οι πόρτες ανοίγουν στα ψυχιατρεία καθώς οι χημικοί καταναγκασμοί γίνονται αποτελεσματικότεροι. Οι πόρτες του μυαλού μας είναι πιο δύσκολο να ανοίξουν.
 Ο Μαρξ είπε: σ’ όλες τις συνθήκες ένας Νέγρος έχει μαύρο δέρμα αλλά μόνο σε ορισμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες είναι σκλάβος. Σ’ όλες τις συνθήκες ένας άνθρωπος μπορεί να ακινητοποιηθεί,να χάσει τον εαυτό του,να αναγκαστεί να περιστραφεί και να κάνει μια μεγάλη διαδρομή προς τα πίσω για να τον ξαναβρεί. Μόνο κάτω από ορισμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες θα υποφέρει από σχιζοφρένεια.

[*] Εθολογία. Σήμερα δε θεωρείται η επιστήμη της διαμόρφωσης του χαρακτήρα,όπως αναφέρεται σε μερικά λεξικά, αλλά η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων που βρίσκονται σε φυσική κατάσταση. Η σχέση της εθολογίας με την ψυχανάλυση πηγάζει α) από την πιθανότητα ότι η πρώτη θα συνεισφέρει με τη θεωρία των ενστίκτων που βασίζεται στην παρατήρηση μη ανθρώπινων ειδών και β) στην πιθανότητα ότι μερικές από τις τεχνικές μεθόδους θα βρουν εφαρμοή στη μελέτη των νηπίων και των παιδιών δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στις ψυχαναλυτικές υποθέσεις,που αφορούν τη νηπιακή ανάπτυξη,να ελεγχθούν από απευθείας παρατήρηση. Οι ψυχαναλυτές συγγραφείς, όπως ο Spitz (1959), που βασίζονται στην απευθείας παρατήρηση των νήπιων αντί στη θεραπευτική εργασία τους,μπορούν να θεωρηθούν περισσότερο εθολόγοι των ανθρώπινων όντων παρά ψυχαναλυτές. Βλέπε το σύγγραμμα του Κόνραντ Λόρεντς “Σχετικά με την επιθετικότητα” (1966) για μερικά σημεία επαφής ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την εθολογία (Τσάρλς Ράικροφτ,”Λεξικό Ψυχαναλυτικών Όρων”), (Σημ. τ. μ.).

Σημειώσεις:

1. Αναθεωρημένη εργασία που δημοσιεύτηκε στο “Η καταγωγή της σχιζοφρένειας: Πρακτικά του Πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου του Ρότσεστερ”,Μάρτιος 1967,Excerpta Medica International Congress Series No 151.
2. Βλέπε Laing και Esterson (1964)
3. Για ένα ιστορικό υπόβαθρο της κοινωνιολογίας της εκτροπής σε σχέση με το χαρακτηρισμό της ψυχασθένειας,βλέπε Scheff (1967). Επίσης Goffman (1961). O Foucault τοποθετεί την εξέλιξη της ιδέας της ψυχικής νόσου μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής κοινωνικοοικονομικής και πολιτιστικής ιστορίας. Εκτός απ’ αυτούς κι ο Szasz (1961) βέβαια.
4. Για ένα παρόμιο πείραμα,βλέπε Zarlock (1966).
5. Βλέπε Laing και Esterson (1964),Laing (1965),Esterson (1970).
6. Βλέπε Speck (1966).
7. Cooper (1967).
8. Βλέπε Bateson (1961).
9. Βλέπε Παράρτημα σ’ αυτό το κεφάλαιο.
10. Βλέπε Laing (1967α).
11. Βλέπε Laing (1967α).
12. Βλέπε Haley (1965).
13. Μεταλλαγή: η διαδικασία κατά την οποία ο εαυτός γίνεται άλλος-προς-άλλον.

Γιάννης Δ. / http://bestimmung.blogspot.gr

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Δείτε επίσης

Η Αυτοεκτίμηση

Η αυτοεκτίμηση είναι ιδέα, στάση, συναίσθημα, εικόνα και εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά. Αυτοεκτίμηση είναι η …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *